Ιστορία

To Νέο Χωριό Πάφου, είναι αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Πάφου, γύρω στα 41 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης της Πάφου. Στη διοικητική έκταση του χωριού περιλαμβάνεται μεγάλο μέρος της χερσονήσου του Ακάμα.

Το Νέο Χωριό, είναι κτισμένο στο οροπέδιο της Λαόνας, σε μέσο υψόμετρο 170 μέτρων και σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από τη θάλασσα. Το κύριο γεωμορφολογικό χαρακτηριστικό του οροπεδίου, είναι ένα αντίκλινο με ΒΔ-ΝΑ διεύθυνση, που συμπίπτει με την κορυφογραμμή της περιοχής. Ένα μεγάλο μέρος της κορυφογραμμής αυτής, εκτείνεται στη διοικητική έκταση του Νέου Χωριού, στο τμήμα του που καταλαμβάνεται από το δάσος του Ακάμα. Η ψηλότερη κορφή της κορυφογραμμής, που εμπίπτει στα διοικητικά όρια του χωριού, είναι η Μαύρη Σιηνιά (428 μέτρα). Το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από πολυάριθμα ρυάκια, που πηγάζουν από την κορυφογραμμή του οροπεδίου και καταλήγουν είτε στα δυτικά ακρογιάλια της περιοχής, είτε στον κόλπο της Χρυσοχούς.

Το Νέο Χωριό, δέχεται μία μέση ετήσια βροχόπτωση, γύρω στα 530 χιλιοστόμετρα. Στην περιοχή του, καλλιεργούνται οι ελιές, οι χαρουπιές, τα εσπεριδοειδή, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά, τα αμπέλια οινοποιησίμων ποικιλιών, οι αμυγδαλιές, οι καρυδιές, τα ρεβίθια, λίγες αχλαδιές και ελάχιστα λαχανικά. Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού καταλαμβάνεται από το κρατικό δάσος του Ακάμα. Τα κυρίαρχα δέντρα στην περιοχή είναι ο πεύκος , η αγριοελιά και η αγριοτερατσιά. Η θαμνώδης βλάστηση είναι επίσης πολύ πλούσια και ποικίλη και περιλαμβάνει τον σχίνο, τη ξισταρκά, την περνιά, τη μερσινιά, το θρουμπί, τη μαζιά, το λάδανο, την τρεμιθιά, τη λατζιά και αρκετά άλλα είδη. Αρκετά πλούσια είναι επίσης η ποικιλία των αγριολούλουδων που φυτρώνουν στην περιοχή.

Από κτηνοτροφικής απόψεως, το 1985 εκτρέφονταν 428 πρόβατα, 585 κατσίκες, 19 χοίροι, 1 αγελάδα και 682 πουλερικά.

Το Νέο Χωριό περιλαμβάνεται στο Αρδευτικό Έργο Χρυσοχούς, από το οποίο αναμένεται να ωφεληθεί στα πλαίσια της πρώτης φάσης του, με την άρδευση σημαντικής έκτασης γης. Εξ’ άλλου προωθείται η εφαρμογή σχεδίου αναδασμού σε έκταση γης 170 περίπου εκταρίων, η οποία θα αρδευθεί στα πλαίσια του αρδευτικού έργου.

Το χωριό γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946. Το 1881 οι κάτοικοί του ήσαν 182 που αυξήθηκαν στους 302 το 1891, στους 391 το 1901, στους 573 το 1911, στους 584 το 1921, στους 648 το 1931 και στους 681 το 1946. Στη συνέχεια ο πληθυσμός του χωριού μειώθηκε σταθερά, σαν αποτέλεσμα της αστυφιλίας και της αποδημίας που άρχισε να αναπτύσσεται. Το 1960 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 663, στους 503 το 1973, στους 441 το 1976 και στους 329 το 1982.

Το όμορφο τοπίο του χωριού, τα ωραία καθαρά του ακρογιάλια και η γειτνίασή του με το δάσος του Ακάμα με την πλούσια φυσική του βλάστηση, ήταν επόμενο να προσελκύσουν το ενδιαφέρον για τουριστική ανάπτυξη. Στην παραθαλάσσια περιοχή του χωριού, άρχισαν να ανεγείρονται τουριστικά καταλύματα και εξοχικές κατοικίες, ενώ ενδιαφέρον για ανέγερση εξοχικών κατοικιών άρχισε να εκδηλώνεται και μέσα στο ίδιο το χωριό. Οι παραθεριστές στην περιοχή είναι ντόπιοι, κυρίως Λευκωσιάτες, αλλά και ξένοι που έρχονται εδώ, μακριά από τον συνωστισμό και τον θόρυβο για λίγη ξεκούραση, αλλά και για να απολαύσουν την καθαρή θάλασσα και τις σπάνιες ομορφιές της γύρω περιοχής. Ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό επισκεπτών δέχονται καθημερινά τα Λουτρά της Αφροδίτης. Οι επισκέπτες αυτοί, είτε προέρχονται από την τουριστική περιοχή της Πάφου, είτε μένουν στα τουριστικά καταλύματα της Πόλης και του Λατσιού. Τον Αύγουστο ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων, κατασκηνώνουν στην περιοχή, δυτικά του Λατσιού, μέχρι και τα Λουτρά της Αφροδίτης.